Τη συνέχιση της πολιτικής λιτότητας και μετά τις εκλογές του Μαΐου στη Βρετανία συνιστά ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), σημειώνοντας πως ενδεχομένως να χρειαστεί η επανεξέταση της απόφασης να εξαιρεθούν από τις μειώσεις των δαπανών οι τομείς της Υγείας και της Παιδείας.

Εν όψει των εκλογών της 7ης Μαΐου, οι οποίες προβλέπεται να είναι οι πιο αμφίρροπες και απρόβλεπτες στη σύγχρονη ιστορία της Βρετανίας, τόσο οι Συντηρητικοί όσο και οι Εργατικοί υπόσχονται να προχωρήσουν σε νέες περικοπές των δαπανών για τα σχολεία ή την Υγεία. Όμως ο ΟΟΣΑ υποστηρίζει πως αυτή η επιλογή θα σήμαινε «απαράδεκτα υψηλές περικοπές σε άλλους τομείς».

Όπως σημειώνει στην έκθεσή του, η Βρετανία πρέπει «να συνεχίσει στον δρόμο της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής προσαρμογής… και να εξασφαλίσει ότι οι προσπάθειες προσαρμογής γίνονται με δίκαιο τρόπο».

Το Εργατικό Κόμμα, η αξιωματική αντιπολίτευση, υπόσχεται να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό, προ των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις, εντός της θητείας της επόμενης Βουλής. Το κυβερνών Συντηρητικό Κόμμα λέει ότι θέλει να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό πλήρως και να επιτύχει ένα μικρό πρωτογενές πλεόνασμα.

Ο ΟΟΣΑ επικαλέστηκε στην έκθεσή του τα αποτελέσματα ερευνών με βάση τις οποίες η προστασία τομέων όπως η Υγεία και η Παιδεία από τις περικοπές δαπανών θα σήμαινε ότι ο μέσος όρος των περικοπών σε άλλους τομείς θα αυξηθεί σημαντικά σε πραγματικούς όρους, κάνοντας λόγο για ένα ποσοστό 40% μεταξύ των οικονομικών ετών 2010-11 και 2019-20.

«Επομένως, η σύνθεση της δημοσιονομικής προσαρμογής θα πρέπει να επανεξεταστεί, ώστε να ανακουφιστούν από την πίεση που υφίστανται οι υπηρεσίες οι οποίες έχουν ήδη συμβάλλει στην προσαρμογή» επισήμανε ο ΟΟΣΑ στην έκθεσή του.

Άλλοι ερευνητές διαφωνούν έντονα με τις πολιτικές λιτότητας τις οποίες εφαρμόζει η σημερινή κυβέρνηση. Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, μια έκθεση για τα πεπραγμένα της κυβέρνησης που έδωσε στη δημοσιότητα το Εθνικό Ινστιτούτο Κοινωνικών και Οικονομικών Ερευνών κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι πολιτικές λιτότητας αποτέλεσαν έναν περιττό κίνδυνο και προκάλεσαν σοβαρή ζημία στη βρετανική οικονομία.

Πηγή:http://www.avgi.gr