Ο υποτιμημένος Ριβάλντο χρειάζεται χρόνο για να κριθεί

rivaldo-ronaldo-2002Ο Κώστας Μπράτσος καταγράφει την καριέρα του Ριβάλντο από τις φαβέλες της Βραζιλίας στην κορυφή του κόσμου, διαγράφει τα τελευταία 10 χρόνια της πορείας του, εξηγεί τους λόγους που βρίσκεται στο πάνθεον μαζί με παίκτες όπως ο Ζινεντίν Ζιντάν και γιατί ο ποδοσφαιρικός πλανήτης δεν ασχολήθηκε με το κορυφαίο αριστερό πόδι της Βραζιλίας τα τελευταία 40 χρόνια περισσότερο από ένα «θέατρο» απέναντι στην Τουρκία.

Η συζήτηση επιπέδου… τηλεοπτικού πάνελ «φούντωσε». «Φιλοχρήματος», «είναι δυνατόν να αγωνίζεται μέχρι τα 42 του», «ήρθε στην Ελλάδα για το Champions League και την εθνική Βραζιλίας περισσότερο από τα λεφτά». Μαζί με τον Σταύρο Καραΐνδρο και τον Νίκο Γιαννόπουλο διαφωνούσαμε για κανένα 20λεπτο σχετικά με την πορεία του Ριβάλντο από το 2004 μέχρι και πριν από μία εβδομάδα, όταν ανακοίνωσε ότι κρεμάει τα παπούτσια του.

Ευτυχώς διακόψαμε γρήγορα. Ήταν πολύ… Μαρινάκης – Σαββίδης να διαφωνούμε για τον Ριβάλντο σε αυτήν τη βάση. Διότι συμφωνήσαμε και οι τρεις σε ένα πράγμα: η έκδοση 1993-2002 υποσκελίζει οτιδήποτε συνέβη στη συνέχεια. Εξάλλου, όποιον μη Έλληνα ή Βραζιλιάνο ρωτήσεις, η απάντηση είναι πάνω κάτω ίδια. Μετά από τη Μίλαν, κανείς δεν μπορεί με ακρίβεια να προσδιορίσει που αγωνίστηκε και τι πέτυχε. Κάπου στην Ελλάδα, κάπου στην Ασία, γύρισε για ένα διάστημα και στην πατρίδα του, έπαιξε και στην Αφρική. Μόνο που ο Ριβάλντο, δεν είναι αυτό.

Ο ποδοσφαιριστής που δίχασε τόσο τον Ολυμπιακό και την ΑΕΚ διέθετε αδιαμφισβήτητα το κορυφαίο βραζιλιάνικο αριστερό πόδι από την εποχή του Ζέρσον και του Ριβελίνο. Και με αυτό κατάφερε να κάνει μία καριέρα που λίγοι ποδοσφαιριστές του κόσμου θα μπορούσαν να φανταστούν, ειδικά εάν κουβαλούσαν μαζί τα εφόδια εμπειριών και τα ψυχολογικά βάρη της ανατροφής του.

Η τροχιά ήταν αδιανόητη. «Δεν μπορώ να ξεχάσω το αίσθημα της πείνας», αποκάλυπτε σε παλαιότερη συνέντευξή του, αναφερόμενος στην απερίγραπτη φτώχεια που είχε γίνει αόρατος σύντροφός όσο μεγάλωνε στις φαβέλες της βόρειας Βραζιλίας. Όταν έχασε και τον μοναδικό άνθρωπο που τον φανταζόταν ως ποδοσφαιριστή, τον πατέρα του (τον πάτησε λεωφορείο!), ο κόσμος του θα μπορούσε να είχε γκρεμιστεί. Ή όταν ένας γιατρός τον προειδοποιούσε ότι λόγω του υποσιτισμού, τα γόνατά του δεν θα άντεχαν μία γεμάτη καριέρα.

Τα μαγικά πράγματα που έκανε με τη φανέλα της Παλμέιρας του Βαντερλέι Λουξεμπούργο το 1993 τον έφεραν στα πρόθυρα της εθνικής Βραζιλίας. Ο Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα του έδωσε την ευκαιρία σε φιλικό τον Δεκέμβριο του 1993, ψάχνοντας για ακόμα έναν δημιουργικό παίκτη στο κέντρο. Ο Ριβάλντο έκανε ντεμπούτο στο παιχνίδι με το Μεξικό, σκόραρε και ο τεχνικός της «σελεσάο» δεν τον πήρε ποτέ στην αποστολή, θεωρώντας τον πολύ ατομιστή.

Τρία χρόνια αργότερα, στον ημιτελικό των Ολυμπιακών Αγώνων 1996 απέναντι στη Νιγηρία, μία λάθος πάσα του οδήγησε σε γκολ των «υπεραετών» που στη συνέχεια έφτασαν μέχρι την κατάκτηση του τίτλου. Έγινε αμέσως «μαύρο πρόβατο» στην πατρίδα του. Και όλες αυτές οι κακουχίες, αντί να τον σταματήσουν, «τροφοδότησαν» την κατάκτηση της κορυφής.

Αυτή δεν ήρθε το 1998, στον τελικό του Μουντιάλ. Ο  Βραζιλιάνος δεν είχε τη στόφα ηγέτη. Ποτέ δεν ήταν κοινωνικός (μοναδικός φίλος του ο Ρονάλντο, με τον οποίο μεταμορφωνόταν σε αλτρουιστή παίκτη όταν έπαιζαν μαζί), η κριτική τον «έκλεισε» ακόμα περισσότερο στον εαυτό του και το μοναδικό καλό παιχνίδι του Ζινεντίν Ζιντάν σε εκείνη τη διοργάνωση ήταν αρκετό να στείλει τον Ριβάλντο άπραγο πίσω στο «Καμπ Νόου». Ακόμα ένα «χαστούκι», ακόμα περισσότερη βενζίνη στο ντεπόζιτο.

Το 1999 πανηγύρισε το Κόπα Αμέρικα, το πρωτάθλημα Ισπανίας με 24 γκολ σε 37 εμφανίσεις. Ζούσε το απόλυτο ζενίθ, την απόλυτη χαρά, έστω κι αν δεν χαμογέλασε ποτέ. Ο καταιγιστικός τρόπος παιχνιδιού δεν άφηνε περιθώρια στον αντίπαλο. Με την μπάλα στα πόδια ήταν στους κορυφαίους του κόσμου. Το γεγονός ότι δεν την άφηνε ποτέ από τα πόδια, ίσως να κόστισε γενικότερα στην καριέρα του, ωστόσο εκείνη την περίοδο, οτιδήποτε κι αν έκανε, του έβγαινε σε καλό.

Τα μικρά σπριντ που συνοδεύονταν από μία ντρίμπλα κι έναν «κεραυνό» από τα 30 μέτρα με χειρουργική ακρίβεια στον στόχο ήταν ο φόβος κι ο τρόμος κάθε άμυνας. Όπως ήταν για τον ίδιο ο Λουίς φαν Χάαλ. Η κόντρα τους έμεινε στην ιστορία. Στο πρώτο… ημίχρονο, νικητής ήταν ο Ριβάλντο, αφού ο Ολλανδός τεχνικός έφυγε τον Μάιο του 2000 από τους Καταλανούς.

Όταν επέστρεψε, τον Ιούλιο του 2002, αυτός που έφυγε ήταν ο Ριβάλντο. Το κλίμα είχε αντιστραφεί. Κανείς δεν θυμόταν το ιστορικό «ψαλιδάκι» (και χατ τρικ) που είχε στείλει την Μπαρτσελόνα στο Champions League της σεζόν 2001-2002. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς. Ίσως γιατί ο Ριβάλντο πλέον, το μόνο που μπορούσε να προσφέρει στην Μπαρτσελόνα, ήταν η 4η θέση της Primera Division κι αυτή στο 88ο λεπτό του έσχατου αγώνα της σεζόν.

Το κατηγορητήριο ήταν βαρύ. Νοιάζεται περισσότερο για την εθνική Βραζιλίας, παρά για τους «μπλαουγκράνα». Κάνει συντήρηση με την Μπαρτσελόνα, ώστε να είναι ετοιμοπόλεμος στο Μουντιάλ του 2002. Η ειρωνεία είναι ότι μέχρι τότε, οι Βραζιλιάνοι ήταν αυτοί που τον κατηγορούσαν πως έδινε το 100% μόνο για την Μπαρτσελόνα. Οι αποδοκιμασίες στα προκριματικά με την Κολομβία και τη Χιλή (με τη «σελεσάο» να κινδυνεύει να μείνει εκτός τελικής φάσης) τον έφεραν ξανά στο «στόχαστρο», με τον ίδιο να δηλώνει έτοιμος ακόμα και να εγκαταλείψει τη «σελεσάο».
«Έχει σκοράρει ψαλιδάκι όπως αυτό για τη Βραζιλία;», τον ρωτούσαν στις συνεντεύξεις Τύπου των ημιτελικών στα γήπεδα της Ιαπωνίας το καλοκαίρι του 2002. Παρότι ήδη είχε σκοράρει σε 5 παιχνίδια, οδηγώντας μαζί με τον Ρονάλντο την πατρίδα του στην ύψιστη ποδοσφαιρική διάκριση. Κανείς δεν ήταν στο πλευρό του και όταν «έπεσε», κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να τον βοηθήσει να σηκωθεί.

Ούτε καν ο εαυτός του. Το 2002 στέφθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής. Αυτό που δεν του επέτρεψε ο Παρέιρα το 1994 και ο… Ρονάλντο το 1998. Κι όμως, εν έτει 2014, ο «Ριβάλντο 2002» ισοδυναμεί με το «θέατρο» κόντρα στην Τουρκία και όχι με την ποδοσφαιρική ευφυΐα με το ασύλληπτο αριστερό πόδι.

Λίγες εβδομάδες μετά από τον τελικό της Γιοκοχάμα, ουσιαστικά εκδιώχθηκε από την Μπαρτσελόνα. «Ή ο Ριβάλντο ή ο Φαν Χάαλ» ήταν το δίλημμα που είχε επιβληθεί κι αυτήν τη φορά οι Καταλανοί επέλεξαν τον Ολλανδό. Έχοντας αποκτήσει τον Χουάν Ρομάν Ρικέλμε νωρίτερα και με τον κόσμο να απαντάει θετικά στις δημοσκοπήσεις για το ενδεχόμενο να αποχωρήσει ο Ριβάλντο, δεν υπήρχε άλλος δρόμος. «Τώρα δεν υπάρχει δικαιολογία. Εάν εγώ ήμουν το πρόβλημα του Φαν Χάαλ, τώρα η Μπαρτσελόνα πρέπει να κατακτήσει το πρωτάθλημα, το κύπελλο και το Champions League», δήλωσε εκνευρισμένος, με την παιδική αφέλεια που τον χαρακτήριζε όταν στεκόταν μπροστά από τα μικρόφωνα.

Το «πείραμα» της Μίλαν απέτυχε παταγωδώς, αφού στο συλλογικό ποδόσφαιρο των «ροσονέρι» δεν χωρούσε το αναχρονιστικό «εγώ» του Ριβάλντο. Ακόμα και ο… νεοσσός Κακά, βρισκόταν από πάνω στη σειρά προτεραιότητας. Από την κορυφή του κόσμου το 2002, ο Βραζιλιάνος βρέθηκε το καλοκαίρι του 2004 να ακούει από τη Σέλτικ την εξής προσφορά συνεργασίας: ας έρθει για την περιοδεία στις ΗΠΑ ώστε να δοκιμαστεί και βλέπουμε.

Ο ποδοσφαιριστής Ριβάλντο είχε ολοκληρώσει την καριέρα του. Για τα επόμενα 10 χρόνια, οι περιπλανήσεις του ανά τον κόσμο θα είχαν μικρή σημασία. Τα 6 πρωταθλήματα και 4 κύπελλα σε Ελλάδα και Ουζμπεκιστάν δεν προσέθεσαν τίποτα απολύτως στον μύθο του. Ένας παίκτης που μέχρι το 2002 είχε βρεθεί στην κορυφή του κόσμου δύο φορές και στο ναδίρ πολλές περισσότερες, πλέον διασκέδαζε και έβγαζε χρήματα (πολλά χρήματα σε ορισμένες περιπτώσεις) σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Αξιολογώντας το μέγεθός του, απαγορεύεται να λάβεις υπόψη αυτά τα χρόνια. Ειδάλλως, λόγου χάρη, ο Ντιέγο Μαραντόνα είναι ένας ναρκομανής τραμπούκος και τίποτα παραπάνω. Ο Γκαρίντσα ένας αλκοολικός, ο Τζορτζ Μπεστ ένα απόβρασμα. Ο Ριβάλντο είναι ο ποδοσφαιριστής για τον οποίο υπήρχε η φήμη στη Βραζιλία ότι στα εντός έδρας παιχνίδια της «σελεσάο» έστελνε τον δίδυμο αδερφό του, επειδή δεν του άρεσαν τα μακρινά ταξίδια.

Αυτός ο ποδοσφαιριστής κατάφερε να γίνει ο κορυφαίος για μία χρονιά στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, όπου εκείνη την περίοδο έλαμπαν τα άστρα του Ρονάλντο, του Ζιντάν, του Λούις Φίγκο, του Ντέιβιντ Μπέκαμ, του Γκαμπριέλ Μπατιστούτα, του Ραούλ, του Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν, του Πάβελ Νέντβεντ, του Ράιαν Γκιγκς και πολλών άλλων ποδοσφαιρικών «μάγων» της δεκαετίας του 90′ και του νέου αιώνα.

Η διαφορά του από όλους αυτούς περιγράφεται άψογα από τον δημοσιογράφο – συγγραφέα του «Guardian», Ρομπ Σμάιθ: «Μία ομάδα από 11 Ζιντάν θα σε σκοτώνει κάθε φορά, αλλά μία ομάδα με 10 Νέβιλ και έναν Ριβάλντο μπορεί να πράξει το ίδιο καμιά φορά». Η αποτελεσματικότητα στο παιχνίδι του Ριβάλντο, ενός μέσου που ταυτόχρονα, στην ίδια φάση, ήταν και επιθετικός, ήταν το βασικό γνώρισμα που τον εξύψωνε στο επίπεδο των κορυφαίων. Ένα γνώρισμα που πάντα έφερνε απέναντί του τον Παρέιρα. «Δημιουργεί ευκαιρίες μόνο για τον εαυτό του», ήταν η κριτική που του ασκούσε πριν από το Μουντιάλ του 2002, όταν γινόταν δημόσια συζήτηση για το εάν θα πρέπει να αποτελέσει βασικό μέλος της «σελεσάο».

Οι Βραζιλιάνοι δεν τον αγάπησαν ποτέ, όσες επιτυχίες κι αν τους προσέφερε. Οι Ισπανοί λησμόνησαν γρήγορα τις επιτυχίες του και ένας αθλητικός ραδιοφωνικός σταθμός έφτασε σε σημείο να κερδίσει δικαστική διαμάχη για το δικαίωμα να τον αποκαλεί «γάιδαρο» («ένα εκτεθειμένο στα δημόσια βλέμματα άτομο πρέπει να αποδεχτεί κριτική ορισμένες φορές με σχόλια που θα ήταν ανεπίτρεπτα για ένα άλλο άτομο με ιδιωτική ζωή», εξήγησε ο δικαστής). Οι φίλοι του Ολυμπιακού έφτασαν σε σημείο χλευασμού λόγω τρόπου αποχώρησής του για την ΑΕΚ και εξαγρίωσης μετά από τον χαρακτηριστικό πανηγυρισμό του με τα 4 δάχτυλα. Σε μία επαγγελματική καριέρα 24 ετών, ο Ριβάλντο δεν έκανε «φίλους» που θα μπορούσαν να τον διαφημίσουν – προωθήσουν περισσότερο από όσο τα πεπραγμένα του στον αγωνιστικό χώρο ή να τον διασώσουν όταν έρχονταν τα δύσκολα.

Κι όμως, όταν ανακοίνωσε την αποχώρησή του από την ενεργό δράση, ο ποδοσφαιρικός πλανήτης, που δεν τον δέχθηκε ποτέ όπως ήταν, έκανε λόγο για έναν «Βραζιλιάνο θρύλο». Ίσως αυτό ήταν το πραγματικό μεγαλείο του Ριβάλντο, του υποτιμημένου Ριβάλντο. Ένας θρύλος που δεν αναγνωρίστηκε όσο θα έπρεπε εν ποδοσφαιρική ζωή, αλλά που με την απόσταση του χρόνου, τώρα που μας την προσφέρει κι ο ίδιος σταματώντας τις… περιοδείες σε Αγκόλα και 3η κατηγορία της Βραζιλίας (όπου αγωνίστηκε μαζί με τον γιο του, Ριβαλντίνιο, στη Μότζι Μιρίμ), θα μπορεί να αξιολογηθεί καλύτερα.