Ίψεν ο σύγχρονός μας (;)

thΜια πρώτη απόπειρα καταφατικής απάντησης στο ερώτημα του τίτλου θα μπορούσε να στηριχτεί στο γεγονός ότι μόνο φέτος -με αφορμή το έτος Ίψεν- αριθμείται μια δεκάδα σχεδόν παραστάσεων στις σκηνές Αθήνας και Θεσσαλονίκης που ανεβάζουν έργα του Νορβηγού δραματουργού. Χρειάζεται όμως κάτι ουσιαστικότερο από την πλευρά της παράστασης για να δικαιωθεί αυτή η καταφατική απάντηση. Οι «Βρικόλακες», που παίζονται στη σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού στο θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας είναι μία από τις παραστάσεις που αναμετρώνται με το παραπάνω ερώτημα. Το αποτέλεσμα δεν τη δικαιώνει, τουλάχιστον όχι σε απόλυτο βαθμό.

Βέβαια, οι «Βρικόλακες» συνιστούν μια σοβαρή σκηνική προσπάθεια, με κάποιες καλές στιγμές. Μεγαλύτερο ατού της, η ατμόσφαιρα: ο Λιβαθινός έδωσε σημαντικό ρόλο στη μουσική (Μαρίνα Χρονοπούλου), καθιστώντας τη συμπρωταγωνιστή των ηθοποιών, με την επιλογή του να μετατρέψει τον ζωγράφο Όσβαλντ του έργου σε μουσικό· τα μουσικά μοτίβα του πιάνου δεν περιορίστηκαν σε συνοδευτικό ρόλο αλλά προσδιόρισαν την ταυτότητα του Όσβαλντ, πάνω στην οποία στήθηκαν και μερικές από τις καλύτερες σκηνές της παράστασης, όπως η είσοδος της Ρεγγίνε ή η σκηνή των «φαντασμάτων». Επίσης, υποβλητικά -και σημειολογικά για ένα έργο που
στρέφεται γύρω από «φαντάσματα» και μυστικά του παρελθόντος που στοιχειώνουν το παρόν- λειτούργησε το παιχνίδι με το φως και τις σκιές που δημιουργούσαν οι κουρτίνες του σκηνικού (σε μία, κατά τα άλλα, συμβατική σκηνογραφία της Ελένης Μανωλοπούλου, που συνιστούσε περισσότερο σκηνικό διάκοσμο παρά σκηνογραφική πρόταση).

Έπειτα η ανάγνωση των ρόλων και οι ερμηνείες. Μπορεί η κυρία Άλβινγκ της Μπέττυς Αρβανίτη να παρέμεινε από την αρχή μέχρι το τέλος «μαγκωμένη», με ελάχιστες διακυμάνσεις, που ίσως εξηγούνται υπό το πρίσμα της ανάγνωσης του ρόλου ως μιας γυναίκας που έχει ζήσει μια ζωή καταπιέζοντας σκέψεις και επιθυμίες – αν και περισσότερο δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι επρόκειτο για (σκηνοθετική) απόφαση να προστατευθεί η ηθοποιός από το ρίσκο μίας περισσότερο αμφίρροπης ερμηνείας που, αν δεν επιβάλλεται, θα δικαιολογούταν εξίσου από τις ψυχολογικές διακυμάνσεις που υφίσταται η κυρία Άλβινγκ. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί όμως κατάφεραν να δώσουν ένα ικανοποιητικότερο στίγμα των ρόλων τους (κι ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για ιψενικούς ήρωες, για ήρωες δηλαδή αριστοτεχνικά σκιαγραφημένους σε όλο το ψυχολογικό τους εύρος), με προεξάρχουσα τη Μαρία Κίτσου (Ρεγγίνε), που οδηγήθηκε στην πιο μεστή ερμηνεία της παράστασης. Ο Όσβαλντ του Κώστα Βασαρδάνη είχε κάτι από την πνοή ενός ρομαντικού ήρωα, παράφορου και απελπισμένου, ενώ ο πάστορας Μάντερς του Νίκου Χατζόπουλου διανθίστηκε με μια κωμική χροιά, που επέτεινε την υποκρισία που φέρει ο ρόλος του ως θεματοφύλακα της ηθικής. Ικανοποιητικός και ο διπρόσωπος Ένγκστραντ του Γιώργου Κέντρου.

Τα παραπάνω ήταν επαρκή για μια ευπρόσωπη παρουσίαση του έργου, όχι όμως για να στοιχειοθετήσουν μία σημαντική θεατρική εμπειρία· εξάλλου, από τη στιγμή που έχουμε να κάνουμε με έναν όχι τυχαίο σκηνοθέτη, τα παραπάνω φαίνονται ακόμη πιο λίγα. Από την παράσταση του Λιβαθινού έλειπε κάτι. Αυτό το «μαγικό» σκηνοθετικό κάτι που θα την απογείωνε, που θα την έκανε να ρουφήξει τον θεατή μέσα στον κόσμο της, που θα έπειθε κυρίως για την παρουσίαση του έργου εδώ και τώρα. Όχι με τη λογική της σκηνοθετικής προσαρμογής στο σήμερα, ούτε γιατί πρέπει απαραίτητα τα κλασικά έργα να ανεβαίνουν με αναμορφωμένη ματιά. Αλλά γιατί μια παράσταση οφείλει με τον τρόπο της να είναι τόσο καλή ώστε στο ενδεχόμενο ερώτημα «γιατί οι “Βρικόλακες” σήμερα;» την απάντηση να δίνει αποστομωτικά η ίδια η ομορφιά της.

– See more at: http://www.elculture.gr/elcblog/article/vrikolakes-kefallinias-765937#sthash.0PZJpxJL.dpuf