12 στους 100 κατοίκους της χώρας παρουσιάζουν σοβαρή κατάθλιψη

DOC_20121009_1034413_K__________________

Προοδευτική αύξηση της κατάθλιψης καταγράφεται στην χώρα μας, από την έναρξη της οικονομικής κρίσης μέχρι και σήμερα, η οποία παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις αν λάβει κανείς υπ’ όψιν το μικρό χρονικό διάστημα (2008-2013) μέσα στο οποίο συντελείται.
Σύμφωνα με έρευνα για το 2013, προκύπτει ότι οι ομάδες του πληθυσμού στις οποίες καταγράφηκε μεγαλύτερη επικράτηση της κλινικής μείζονος κατάθλιψης ήταν οι γυναίκες, οι ηλικιακές ομάδες των 35-44 και των 55-64 ετών, τα άτομα με χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο, τα άτομα με εισόδημα 0-400 ευρώ, οι άνεργοι και οι υποαπασχολούμενοι.

Πιο αναλυτικά:
• Αναφορικά με το φύλο, οι γυναίκες φαίνεται πως πλήττονται από κατάθλιψη σε μεγαλύτερο ποσοστό (15,6%) σε σχέση με τους άνδρες (9%), εύρημα όμως που είναι σε συμφωνία με την κλασική επιδημιολογία της κατάθλιψης και εξηγείται πιθανώς τόσο από βιολογικούς παράγοντες όσο και από την πολυπλοκότητα των κοινωνικών ρόλων της σύγχρονης γυναίκας.
• Αναφορικά με το εκπαιδευτικό επίπεδο, η επικράτηση της κατάθλιψης παρουσιάζεται υψηλότερη στα άτομα με χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο (20,9%) και μικρότερη σε αυτά με ανώτερο/ανώτατο εκπαιδευτικό επίπεδο (7,2%). Η τάση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως απόρροια των μειωμένων επαγγελματικών προσόντων όσων έχουν χαμηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο, τα οποία τους καθιστούν αφ’ ενός ιδιαιτέρως ευάλωτους σε μια επικείμενη απόλυση, αφ’ ετέρου λιγότερο ελκυστικούς υποψηφίους για ανεύρεση εργασίας.
• Αναφορικά με το εισόδημα, ο ένας στους δύο Έλληνες (50%) με οικογενειακό εισόδημα χαμηλότερο των 400 ευρώ πληροί τα κριτήρια της μείζονος κατάθλιψης. Το ανησυχητικό αυτό εύρημα υπογραμμίζει τη σύνδεση ανάμεσα στην κατάθλιψη και το χαμηλό εισόδημα.
• Αναφορικά με την εργασιακή κατάσταση, οι άνεργοι σε ποσοστό 19,8% βρέθηκαν να πληρούν τα διαγνωστικά κριτήρια της μείζονος κατάθλιψης, ποσοστό υπερδιπλάσιο από το αντίστοιχο των ατόμων που εργάζονται (9,8%).
• Αναφορικά με τις ώρες εργασιακής απασχόλησης, το 16,9% αυτών που εργάζονται σε καθεστώς υποαπασχόλησης παρουσιάζουν μείζονα κατάθλιψη, ποσοστό μεγαλύτερο από αυτό όσων εργάζονται με κανονικό ωράριο (7,2%), καθώς και εκείνων που εργάζονται περισσότερες από 40 ώρες την εβδομάδα (8,1%). Το γεγονός αυτό πιθανώς οφείλεται στις μειωμένες οικονομικές απολαβές που συνδέονται με την υποαπασχόληση αλλά και το άγχος ανεύρεσης συμπληρωματικής εργασίας.